Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Οι επισκέψεις του Ζαχαριάδη σε ξένες χώρες (1946-1956)




Το παρακάτω ιστορικό κείμενο είναι μια σύντομη αναφορά στις επισκέψεις που πραγματοποίησε σε διάφορες χώρες του εξωτερικού ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, την περίοδο 1946 – 1956.

25 Μαρτίου 1946 : Καθ' οδόν προς την Πράγα για το 8ο Συνέδριο του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας (28 - 31 Μάρτη 1946), ο Νίκος Ζαχαριάδης μιλά σε συγκέντρωση πολιτικών προσφύγων στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας και συναντάται με τη γιουγκοσλαβική ηγεσία (Τίτο, Ράνκοβιτς, Τζίλας), όπου συμφωνείται η φιλοξενία 20.000 διωκόμενων ανταρτών του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Στην Πράγα, ο Ζαχαριάδης συζήτησε με εκπροσώπους των Κομμουνιστικών Κομμάτων Γαλλίας και Ιταλίας, οι οποίοι πήραν θέση υπέρ της συμμετοχής του ΚΚΕ στις βουλευτικές εκλογές του 1946. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συνάντησε στη Σόφια τον Δημητρώφ, όπου τον ενημέρωσε για τις αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ντιμιτρόφ τού τόνισε: «Προοδευτικό πέρασμα στον ένοπλο αγώνα», ενώ ενημέρωσε σχετικά και την ηγεσία του Σοβιετικού ΚΚ (Μπ.).

Απρίλιος 1946 : Επιστρέφοντας ο Ζαχαριάδης από το συνέδριο της Πράγας, μίλησε προς τους δημοσιογράφους την 1η Απριλίου 1946 στο Βελιγράδι, όπου ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης Τίτο του υποσχέθηκε «κάθε συμπαράσταση» στον ένοπλο αγώνα. Στη Θεσσαλονίκη ο αρχηγός του ΚΚΕ επέστρεψε στις 9 Απριλίου 1946. Τον Απρίλιο, ο Ζαχαριάδης επισκέφθηκε τα Τίρανα, τη Σόφια και κυρίως τη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τον Στάλιν.

15 Απριλίου 1946 : Ο Ζαχαριάδης επισκέπτεται τη Σόφια και ζητά από τον Δημητρώφ τη δημιουργία σε Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και Βουλγαρία κέντρων εκπαίδευσης 8000 στελεχών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), καθώς και ενίσχυση.

6 Απρίλη 1947 : Ο Ζαχαριάδης περνά κρυφά τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα και φτάνει στο Βελιγράδι. Από κει στέλνει μαζί με τον Γ. Ιωαννίδη «Απόρρητες Οδηγίες» προς τον Μ. Βαφειάδη (17 Απρίλη) εκθέτοντας τα νέα καθήκοντα του ΔΣΕ.

21 Απριλίου 1947 : Ο Ζαχαριάδης συνάντησε τον Τίτο. Την επόμενη μέρα, ο Ζαχαριάδης έστειλε στον Τίτο ένα γράμμα, στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι : «Η μεγαλύτερη αδυναμία που παρουσιάζει σήμερα ο ΔΣΕ και που είναι κιόλας σοβαρό εμπόδιο στην ανάπτυξή του είναι η ανεπάρκεια στον οπλισμό του και στον ανεφοδιασμό του με όπλα και πολεμοφόδια» και παράλληλα εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς το Γιουγκοσλάβο ηγέτη σημειώνοντας το εξής : «Επιτρέψτε να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη του ΚΚΕ για όσα κάνετε για μας. Αυτό το διαισθάνεται και ο Λαός μας που νοιώθει ενστιχτώδικα και κατάκαρδα τη Νέα Γιουγκοσλαβία, το Λαό της και το Στρατάρχη της, γιατί νοιώθει ότι το κύριο στήριγμά του απ’ έξω είναι αυτοί.».

Μάιος 1947 : Στις αρχές του δεύτερου δεκαήμερου του Μαΐου του 1947, ο Ζαχαριάδης έφθασε στη Μόσχα με σοβιετικό αεροσκάφος. Ο ηγέτης του ΚΚΕ παρέδωσε δύο σημειώματα σχετικά με τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. και τόνισε  ότι η βοήθεια της Μόσχας θα εξασφαλίσει τη νίκη του ΚΚΕ.

13 Μάη 1947 : Ο Ζαχαριάδης παραδίδει υπόμνημα στο ΚΚ (Μπ.) και τον Στάλιν (με τον οποίο επίσης συναντήθηκε) εκθέτοντας την κατάσταση στην Ελλάδα και τις προοπτικές του ένοπλου αγώνα. Το υπόμνημα είχε τίτλο : «Για την κατάσταση στην Ελλάδα». Σχετικά με το ΔΣΕ και τις προοπτικές του, το υπόμνημα αναφέρει: «Η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (στα μέσα του Φλεβάρη του 1946) κατέληξε σε αποφάσεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να οργανωθεί ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας. Από τότε, η αντίδραση, με την άμεση καθοδήγηση των Αγγλοσαξόνων, προχώρησε σε δεκάδες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι κάθε φορά ο Δημοκρατικός Στρατός έβγαινε πιο δυνατός. Σήμερα, ο Δημοκρατικός Στρατός αριθμεί πάνω από 20 χιλιάδες μαχητές υπό ενιαία οργάνωση και καθοδήγηση (…). Το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, σε συνεδρίασή του στα μέσα του Φλεβάρη 1947, αφού εξέτασε την κατάσταση, κατέληξε ότι το δημοκρατικό κίνημα, συνεχίζοντας την πλήρη εκμετάλλευση όλων των νόμιμων δυνατοτήτων, πρέπει να θεωρεί ότι η ένοπλη πάλη γίνεται κυρίαρχη και πήρε σε σχέση μ’ αυτά μια σειρά πρακτικών μέτρων. Η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας συνεχίζει να παρουσιάζει αισιόδοξες προοπτικές. Παρά τη βοήθεια που παίρνει ο μοναρχοφασισμός, τόσο άμεσα, από τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, όσο και έμμεσα από όλη τη διεθνή αντίδραση (διεθνείς παρατηρητές στις εκλογές και στο δημοψήφισμα, πλειοψηφία της Επιτροπής Έρευνας του ΟΗΕ). Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στην Ελλάδα, βασικά με τις δικές του δυνάμεις και την απαραίτητη βοήθεια όλων των δημοκρατικών φίλων του εξωτερικού, είναι σε θέση ακόμα και μέσα στο 1947 να δώσει αποφασιστικά χτυπήματα κατά του μοναρχοφασισμού και των υπηρετών του στη χώρα. Οι μεγαλύτερες αδυναμίες του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας είναι ο ανεπαρκής εξοπλισμός του και η έλλειψη στρατιωτικών στελεχών. Ανεξάρτητα από την ενιαία κεντρική οργάνωση, ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ξεπέρασε το παρτιζάνικο στάδιο του κατακερματισμού και του πρωτογονισμού, για να μετατραπεί σε τακτικό στρατό. Υπό τον όρο ότι ο Δημοκρατικός Στρατός θα αποκτήσει την αναγκαία βοήθεια για να υπερνικήσει τις αδύνατες πλευρές του, θα μπορέσει σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχει 50 χιλιάδες μαχητές και να καταχτήσει πολιτική και στρατηγική ενότητα και περιεχόμενο, που θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει τους ευρύτερους δυνατούς στόχους του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος».

22 Μαΐου 1947 : Πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Ζαχαριάδη με τον Ζντάνοφ. Ο Ζαχαριάδης ενημέρωσε τον Ζντάνοφ για την κατάσταση στην Ελλάδα, για την πολιτική του ΚΚΕ, για την κατάσταση στο Κόμμα και το ΔΣΕ και τόνισε ότι ο ΔΣΕ έχει ανάγκη από πολεμικό υλικό.

2 Ιουλίου 1949 : Ύστερα από απεγνωσμένες εκκλήσεις του Ζαχαριάδη, και αφού είχε πρώτα φροντίσει να ενημερώσει τη Μόσχα, ο Αλβανός κομμουνιστής ηγέτης Ε. Χότζα δέχτηκε το Ζαχαριάδη σε μια μυστική συνάντηση στην Κορυτσά, ενώ βρισκόταν σε διακοπές στο Πόγραδετς. Στη συνάντηση αυτή, ο Ζαχαριάδης ζήτησε από τον Χότζα να επιτραπεί η είσοδος των Ελλήνων ανταρτών στην Αλβανία, να εξοπλιστούν και στη συνέχεια να προωθηθούν στο μέτωπο του πολέμου. Αυτό όμως εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την ίδια την Αλβανία και την ακεραιότητά της. Ο Ε. Χότζα ήταν κατηγορηματικός: «Κανένα πόδι Ελλήνων ανταρτών δεν θα εισέρθει επί αλβανικού εδάφους. Δεν επιθυμώ επ' ουδενί μια ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας! Σε βοήθησα πολύ, πέραν του δέοντος. Γι' αυτό ενημέρωσα και τον Στάλιν!».

16 Σεπτεμβρίου 1949 : Ο Ζαχαριάδης συναντήθηκε με τον Στάλιν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, στις όχθες της λίμνης Ρίτσα, όπου ο Στάλιν ξεκουραζόταν. Από τη συνάντηση στη λίμνη Ρίτσα προέκυψε το ομώνυμο ντοκουμέντο, που αποτέλεσε τη βάση των εκτιμήσεων και καθηκόντων της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στο Μπουρέλι.

14 Ιανουαρίου 1950 : Στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε μυστική συνάντηση των ηγετών των κομμουνιστικών κομμάτων της ΕΣΣΔ, της Αλβανίας και της Ελλάδας. Από σοβιετικής πλευράς συμμετείχαν στη συνάντηση ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Στάλιν, ο Μολότοφ και ο Μαλενκόφ. Εκ μέρους των Αλβανών κομμουνιστών παρευρέθηκε ο αρχηγός της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα και ο στενός συνεργάτης του, Μεχμέτ Σέχου. Παρούσα ήταν και η ηγεσία του ΚΚΕ, που την εκπροσώπησαν ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Δημήτρης Παρτσαλίδης. Οι Αλβανοί θεώρησαν «όχι μόνο εσφαλμένη μα και προδοτική την πολιτική του ΚΚΕ πριν και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας». Επίσης, συζητήθηκε το θέμα που αφορούσε την κατηγορία που είχε διατυπώσει ο Μάρκος Βαφειάδης με γράμμα του προς το ΚΚΣΕ το 1948, ότι ο Ζαχαριάδης ήταν πράκτορας του ταξικού εχθρού.

16 Ιανουαρίου 1950 : Έγινε συνάντηση των Σοβιετικών με το ΚΚΕ. Ο Μολότωφ διάβασε ένα γράμμα του Μάρκου Βαφειάδη όπου διατυπωνόταν η κατηγορία ενάντια στο Ζαχαριάδη πως ήταν πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις.  

24 Ιανουαρίου 1950 : Έγινε άλλη μια συνάντηση των Σοβιετικών με το ΚΚΕ.

Σημείωση : Στις 24 Δεκεμβρίου 1950 γεννήθηκε στη Μόσχα ο Σήφης Ζαχαριάδης, γιος του Νίκου Ζαχαριάδη και της Ρούλας Κουκούλου. Αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, η οικογένεια πήγε στο Βουκουρέστι και παρέμεινε στην πόλη αυτή μέχρι το 1955. Τον Ιανουάριο του 1955 η Ρούλα Κουκούλου έφυγε από τη Ρουμανία και πήγε στην Ελλάδα. Μετά τη Ρουμανία, πατέρας και γιος εγκαταστάθηκαν σε ένα σπίτι στη Σοβιετική Ένωση την περίοδο 1956-1962. Το 1962 χώρισαν οι δρόμοι πατέρα και γιου, γιατί ο Νίκος Ζαχαριάδης με απόφαση των σοβιετικών αρχών εκτοπίστηκε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας.

12 Αυγούστου - 9 Σεπτεμβρίου 1955 : Στο διάστημα αυτό, ο Ζαχαριάδης βρισκόταν στην Τασκένδη, στην οποία κατοικούσαν χιλιάδες Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες.

Φεβρουάριος 1956 : Ο Ζαχαριάδης συναντήθηκε στις 21, στις 25 και στις 26 Φεβρουαρίου 1956 με τη Διεθνή Επιτροπή των 6 Κομμουνιστικών Κομμάτων (ΕΣΣΔ, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Πολωνία) και αρνήθηκε την ύπαρξη κρίσης στο ΚΚΕ και στην καθοδήγησή του. Ανέφερε μεταξύ άλλων και το εξής : «Πιστεύω ότι μια σειρά περιπτώσεις δείχνουν ότι η λειτουργία της επιτροπής σας παραβιάζει τους δημοκρατικούς κομματικούς κανόνες».




Ενδεικτική Βιβλιογραφία :

Φίλιππος Ηλιού, «Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ», εκδόσεις Θεμέλιο
«Υπόθεση Ζαχαριάδη. Καταδίκη και αποκατάσταση του κομμουνιστή ηγέτη», εκδόσεις Φιλίστωρ




Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Οι τελευταίοι αντάρτες του ΔΣΕ Κρήτης. Η θρυλική απόδραση των 6


Θα σας αφηγηθούμε, με όσο μεγαλύτερη συντομία μπορούμε, μια αληθινή ιστορία. Την ιστορία λίγων αλλά ριψοκίνδυνων αριστερών ανταρτών που συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα, ακόμα και μετά την ήττα του ΔΣΕ.

Όπως είναι γνωστό, ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα άρχισε το 1946 και τελείωσε το 1949 με την ήττα του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Όμως, ακόμα και μετά την ήττα του ΔΣΕ, υπήρξε μια ολιγομελής ομάδα αριστερών ανταρτών που παρέμεινε με τα όπλα στα χέρια σε διάφορα βουνά της Κρήτης και συνέχισε τον αγώνα μέχρι το 1962. Δηλαδή για 13 ολόκληρα χρόνια μετά, συνέχιζαν το αντάρτικο ρισκάροντας την ίδια τους τη ζωή. Σε συνθήκες απόλυτης παρανομίας, με τα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ σε φυλακές – εξορίες κτλ, μια χούφτα ανδρών και γυναικών πάλεψαν ως το τέλος, αποδεικνύοντας ότι διέθεταν τεράστια ψυχικά αποθέματα.

Ποια άτομα αποτελούσαν αυτή την ομάδα ; Ο Νίκος Κοκοβλής, η Παγώνα Κοκοβλή (αδελφή του Νίκου), η Αργυρώ Πολυχρονάκη, ο Σταμάτης Μαριόλης, ο Γιάννης Λιονάκης και ο Κωστής Λιονάκης. Δηλαδή 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Οι ζωές αυτών των έξι ανθρώπων ενώθηκαν σε μια κοινή πορεία επιβίωσης.

Το φορτίο που σήκωσαν στις πλάτες τους υπήρξε αρκετά βαρύ. Ήταν οι υπεύθυνοι για την ανασυγκρότηση παράνομων πυρήνων και στη συνέχεια των οργανώσεων του ΚΚΕ, με τη Χωροφυλακή να αναζητάει συνεχώς τα ίχνη τους.

Αυτά τα 6 άτομα, ύστερα από πολλά χρόνια σκληρής δοκιμασίας, παρανομίας και διώξεων κατάφεραν το 1962 να διαφύγουν στην Ιταλία και από εκεί, μετά από αφάνταστες περιπέτειες, μέσω Ουγγαρίας, στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ). Ήταν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια επιβίωσης με αίσιο τέλος.

Τη συγκλονιστική ιστορία των τελευταίων ανταρτισσών του ΔΣΕ Κρήτης αφηγήθηκε η Αργυρώ Πολυχρονάκη σε ένα γράμμα που έστειλε στον Κώστα Γκριτζώνα. Στο γράμμα αυτό, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής :

«Από τις εννέα [αντάρτισσες] που μείναμε, τέσσερις σκοτώθηκαν σε συμπλοκές : οι Αθηνά Χανταμπάκη και Ελένη Παπαγιαννάκη τον Απρίλη του 1949. Η Βαγγελιώ Κλάδου στις 5 Δεκέμβρη του 1949. Και η Μαρία Μποράκη στις 11 του ίδιου μήνα. Τρεις συνελήφθησαν : η Γεωργία Σκευάκη και η Ξένια Ατανασάκη την άνοιξη του 1952, ενώ η Ανδριανή Καταρτζόγλου είχε συλληφθεί προηγούμενα. Δύο αντάρτισσες γλυτώσαμε : η Παγώνα Κοκοβλή-Λιονάκη και η Αργυρώ Πολυχρονάκη-Κοκοβλή, μαζί με έξι ακόμα άντρες-αντάρτες. Παραμείναμε παράνομες – επικηρυγμένες μέχρι το 1962. Ύστερα από εντολή της ΚΕ του ΚΚΕ αποδράσαμε και μαζί με τους τέσσερις από τους έξι συντρόφους μας ήρθαμε στην Τασκένδη. Στο διάστημα από τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα μέχρι το 1962δουλεύαμε παράνομα όπως και οι υπόλοιποι σύντροφοί μας, καθοδηγώντας τις παράνομες επονίτικες οργανώσεις. […] Όλες οι αντάρτισσες είχαν διακριθεί στις μάχες που έδωσε ο ΔΣΕ. Αλλά και στην καρτερικότητα, στην ανοχή, στις κακουχίες και στις στερήσεις. Σ’ έναν τόπο, σ’ ένα νησί όπου δεν υπήρχαν μετόπισθεν για ν’ ανασάνεις κάποια στιγμή, που βρισκόσουν σ’ ένα κυνηγητό ακατάπαυστο από πολυάριθμες αντίπαλες δυνάμεις, που είχες να κάνεις με συνεχείς, ολονύχτιες πορείες, ξυπόλυτος, γυμνός, πεινασμένος, σε βουνά (μαδάρες τις λέμε στην Κρήτη) γυμνά και άνυδρα, η ζωή ιδιαίτερα για τις γυναίκες ήταν πάρα πολύ δύσκολη.» .

Στις 22 Ιουνίου 1962 ένα μικρό πλοίο αναχωρεί από τη Γλυφάδα με προορισμό το Οτράντο της Νότιας Ιταλίας. Ένας ηλικιωμένος ναυτικός και ο γιος του έχουν πάρει μια ριψοκίνδυνη απόφαση. Φυγαδεύουν παράνομα 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Είναι η ομάδα των 6 τελευταίων ανταρτών του ΔΣΕ Κρήτης που έζησαν υπό διωγμό για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και επέδειξαν αξιοθαύμαστες ψυχικές και σωματικές αντοχές.

Ποια ήταν η διαδρομή του καθενός από τους 6 τελευταίους μαχητές του ΔΣΕ Κρήτης ; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα παραθέσουμε σύντομα βιογραφικά σημειώματα των πρωταγωνιστών αυτής της ιστορίας.



Νίκος Κοκοβλής (1920 - 2012) :

Γεννήθηκε το 1920 στη Μικρά Ασία. Λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής ήρθαν πρόσφυγες στα Χανιά. Η Κατοχή τον βρήκε να σπουδάζει στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στα Χανιά. Εντάχθηκε στο ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), δηλαδή στη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της Ελλάδας. Διετέλεσε γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Χανίων για ένα διάστημα. Το 1947 ανέβηκε στο βουνό για να πολεμήσει στις τάξεις του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Τον Ιούνιο του 1948 δόθηκε η τελευταία μάχη : η μάχη της Σαμαριάς. Ο Γιάννης Βίγλης από τη Σαμαριά διέσωσε μια ομάδα διωκόμενων ανταρτών, οδηγώντας τους από ένα δύσβατο πέρασμα μέσω Πρινιά και Τρυπητής σε ασφαλές μέρος πάνω από το Κουστογέρακο. Εκεί γράφτηκε ο επίλογος του ΔΣΕ Κρήτης. Ο Κοκοβλής διέφυγε το 1962 στην Ιταλία. Βρήκε καταφύγιο στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1976 επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τη σύζυγό του και συνέχισε την πολιτική του δράση μέσα από το ΚΚΕ Εσωτερικού (στο οποίο εντάχθηκε το 1968), την ΑΚΟΑ, το Συνασπισμό και το ΣΥΡΙΖΑ. Έφυγε από τη ζωή στις 11 Αυγούστου 2012.

Γιάννης Λιονάκης (1921 - 2012) :

Ο Γιάννης Λιονάκης γεννήθηκε το 1921 στο Γαβαλοχώρι. Το 1938 εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας). Την περίοδο της Κατοχής έγινε αντάρτης του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Μετά την απελευθέρωσε της Ελλάδας, δραπέτευσε από τον κυβερνητικό στρατό και προσχώρησε στο ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Ήταν στην ομάδα των 6 που κατάφεραν να διαφύγουν στην Ιταλία το 1962. Έφυγε από τη ζωή στις 21 Ιανουαρίου 2012.

Αργυρώ Πολυχρονάκη – Κοκοβλή :

Γεννήθηκε το 1927 στο χωριό Δρακώνα των Χανίων. Συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Συνελήφθη το 1947 και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε το 1948 λόγω έλλειψης στοιχείων. Στις αρχές του 1948 πήγε στο βουνό και εντάχθηκε στο ΔΣΕ. Στο βουνό γνώρισε το Νίκο Κοκοβλή, με τον οποίο είχε κοινή πορεία και στη ζωή και στο αντάρτικο. Έζησαν στη Σοβιετική Ένωση ως πολιτικοί πρόσφυγες για πολλά χρόνια και το 1976 επαναπατρίστηκαν.

Σταμάτης Μαριόλης (1925 - 2007) :


Γεννήθηκε το 1925 στον Πειραιά και ήταν μανιάτικης καταγωγής. Τον Ιούλιο του 1947 υπηρετούσε τη θητεία του ως αεροπόρος στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Τότε, μια ομάδα ανταρτών κατέλαβε το αεροδρόμιο, πήρε μεγάλες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών και έφυγε. Ο Σταμάτης, ως μέλος του ΚΚΕ, τους βοήθησε αποφασιστικά. Συμμετείχε στο αντάρτικο και κρυβόταν στην περιοχή της Κισάμου. Ήταν ένας από τους 6 που διέφυγαν στην Ιταλία το 1962. Έφυγε από τη ζωή το 2007.

Παγώνα Κοκοβλή (1922 - 1994) :

Ήταν αδελφή του Νίκου Κοκοβλή και μέλος της ΕΠΟΝ στην περίοδο της Κατοχής. Ανέβηκε στο βουνό πριν από τον αδερφό της. Στο αντάρτικο είχε το ψευδώνυμο «Κατερίνα». Διέφυγε και αυτή στην Ιταλία το 1962.

Κώστας Λιονάκης (1925 - 1993) :

Γεννήθηκε το 1925 και ήταν αδερφός του Γιάννη Λιονάκη. Ανέβηκε στο βουνό το 1947 και παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στις σπηλιές του Αποκόρωνα με το Γιάννη και την Παγώνα. Από ένα σοβαρό ατύχημα έχασε το ένα του μάτι. Διέφυγε μαζί με τους συναγωνιστές του στην Ιταλία το 1962.


Το 2009 ο σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης παρουσίασε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» («There was no other way») που εξιστορούσε τη δράση των τελευταίων ανταρτών του ΔΣΕ Κρήτης. Βέβαια, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα πρέπει να πούμε ότι οι τελευταίοι αντάρτες της Κρήτης ήταν ο Γιώργος Τζομπανάκης (1919 - 1996) και ο Σπύρος Μπλαζάκης (1916 - 1996) που ήταν αντάρτες στα βουνά για ολόκληρες δεκαετίες. Κατέβηκαν από τα βουνά το 1975.

Ετεοκλής Δουμουλάκης. Ο τελευταίος αντάρτης του ΔΣΕ Πελοποννήσου



Ο Ετεοκλής Δουμουλάκης θεωρείται ο τελευταίος αντάρτης του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, αλλά ελάχιστοι από αυτούς που μελετάνε τη νεότερη ελληνική ιστορία έχουν διαβάσει ή έχουν ακούσει κάτι γι’ αυτόν. Στο κείμενο που ακολουθεί, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε με συντομία όσες πληροφορίες καταφέραμε να συγκεντρώσουμε για τη ζωή και τη δράση του.

Γεννήθηκε το 1926 στην Πολίχνη Μεσσηνίας και το 1930 έμεινε ορφανός από πατέρα. Ανήκε σε πολυμελή οικογένεια. Την περίοδο που ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο του Μελιγαλά, αντέδρασε όταν ο καθηγητής υποχρέωσε αυτόν και τους συμμαθητές του να χαιρετούν την ιταλική σημαία. Ύστερα από προτροπή του ξαδέλφου του Μένη Καραγιάννη, αποφάσισε να ενταχθεί στο ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), δηλαδή στη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της Ελλάδας και να αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις εναντίον των κατακτητών. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνος να βρίσκει τα ονόματα των προδοτών Ταγματασφαλιτών (Γερμανοτσολιάδων) και να τα παραδίδει στην οργάνωσή του. Για την αντιστασιακή του δράση συνελήφθη από τους Ταγματασφαλίτες και υπέστη βασανιστήρια. Κινδύνευσε να εκτελεστεί από του Γερμανούς στην Τρίπολη, αλλά σώθηκε χάρη στην παρέμβαση ενός οικογενειακού του φίλου.

Επιστρέφοντας στο χωριό του, συνέχισε την αντιστασιακή του δράση στα χωριά Κωνσταντίνους, Ματζάρι, Καλλιρόη, Διαβολίτσι και Αγριλόβουνο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και πάλι, αλλά με τον αδελφό του αυτή τη φορά. Φυλακίστηκε στο Μελιγαλά, απ’ όπου απελευθερώθηκε μετά τη νικηφόρα μάχη που έδωσε το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην περιοχή αυτή.

Όταν υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας (1945), ο Ετεοκλής Δουμουλάκης δεν παρέδωσε τα όπλα που είχε πάρει από τις φυλακές του Μελιγαλά. Τον Ιούνιο του 1945, όταν συνελήφθη ο Θεόδωρος Κονίδης, περιήλθε σε αυτόν το οπλοπολυβόλο της ομάδας του χωριού του. Χάρη σε αυτό το οπλοπολυβόλο, οι ακροδεξιοί παρακρατικοί συμμορίτες δεν τόλμησαν να επιτεθούν στην Πολίχνη.

Τον  Οκτώβριο του 1945 μαζί με τον ξάδελφό του Σωτ. Δουμουλάκη, τον Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο από το Διαβολίτσι και τον Ιωάννη Μητρόπουλο από το Κεντρικό πέρασε στην παρανομία. Ελίχθηκε στην ορεινή Μεσσηνία με έδρα τις Άνω Καρυές του Λυκαίου. Το 1946 συμμετείχε στην εξόντωση του τρομοκράτη Φώτη Ζαμπάρα.

Αρχικά έδρασε στο Τρίγωνο Μεσσηνίας – Αρκαδίας – Λακωνίας με βάση τις Άνω Καρυές. Τον Απρίλιο του 1947 πέρασε στο Μαίναλο. Ξεκίνησε ως ομαδάρχης του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Έφθασε μέχρι το βαθμό του λοχαγού.

Πολέμησε σε πολλές μάχες της Πελοποννήσου, στις οποίες διακρίθηκε για τη γενναιότητα, την εφευρετικότητα και τις διοικητικές του ικανότητες. Αν και αρκετά νεαρός, κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο εκλεκτούς μαχητές του ΔΣΕ. Πιστός στο ΚΚΕ ως το τέλος και αλύγιστος πολεμιστής, με αξιόλογες στρατιωτικές αρετές.

Υπέστη πολλά δεινά λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και αυτός και η οικογένειά του. Το 1947 ξεψύχησε η αδελφή του έπειτα από τα απάνθρωπα βασανιστήρια που υπέστη στις φυλακές της Καλαμάτας. Ο αδελφός του, Παναγιώτης Δουμουλάκης, εξορίστηκε στη Γυάρο και πέθανε το 1984. Οι αδελφές του, Γεωργία και Δήμητρα, πέθαναν από φυματίωση στις φυλακές Αβέρωφ το 1950 και το 1951 αντίστοιχα. Η μικρότερη, η Αικατερίνη, κρατήθηκε στις φυλακές της Καλαμάτας και στη συνέχεια εκτοπίστηκε στη Χίο.

Με τη διάλυση του ΔΣΕ Πελοποννήσου, άρχισε ένας σκληρός αγώνας επιβίωσης. Σε ενέδρα χωροφυλάκων έξω από το Ίσωμα, ο Ετεοκλής Δουμουλάκης τραυματίστηκε στο χέρι και στο πόδι και έχασε το αυτόματό του. Θεραπεύτηκε στο λόγγο πάνω από το συνοικισμό Παλάτου της Ανδρίτσαινας.

Τον Αύγουστο του 1949, μετά την παράδοση του Μελά και το θάνατο του Πέρδικα, του Κανατά, του Γιαλαμά και του Βασ. Παπακωνσταντίνου που ανήκαν στην ίδια ομάδα, έμεινε μόνος του. Αρχικά και για έναν περίπου χρόνο, επειδή θεωρήθηκε νεκρός από τις στρατιωτικές αρχές, κρυβόταν στη δασώδη περιοχή του χωριού του και τον τροφοδοτούσε ο Γρηγόρης Καλογερόπουλος. Όταν εντοπίστηκαν τα ίχνη του, άρχισε να στενεύει ο κλοιός γύρω του. Εναντίον του κινήθηκαν αποσπάσματα χωροφυλακής και ΜΑΥδων. Το τελευταίο διάστημα δεχόταν φαγητό από τον Δημήτρη Τσίμπουρη, σε μια σπηλιά στη θέση «Σπαρτόλακκα». Ο Τσίμπουρης έμαθε ότι ο νεαρός αντάρτης είχε επικηρυχτεί με το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Έτσι λοιπόν, σκέφτηκε να παίξει το ρόλο του προδότη – ρουφιάνου, επιδιώκοντας να πάρει τα χρήματα της επικήρυξης. Προσέφερε ένα πιάτο δηλητηριασμένα όσπρια στο Δουμουλάκη που υπέφερε από την πείνα.

Το πτώμα του Ετεοκλή Δουμουλάκη βρέθηκε σύμφωνα με τον Εθνικό Κήρυκα σε πλήρη αποσύνθεση στις 10 Αυγούστου 1952. Ο γαμπρός του Δουμουλάκη Φώτης Γιαννακόπουλος, στην αίτηση που υπέβαλε στην Τοξικολογική Υπηρεσία, δεν πήρε απάντηση. Οι κυβερνητικές αρχές αρνήθηκαν να δώσουν στην αδελφή του Αικατερίνη τη γνωμάτευση της τοξικολογικής εξέτασης των σπλάχνων του, που θα έδινε απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

Αυτή είναι η βιογραφία του Ετεοκλή Δουμουλάκη, του τελευταίου αντάρτη του ΔΣΕ Πελοποννήσου, που πάλεψε ως το τέλος για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών του και τελικά πέθανε σε ηλικία 26 ετών κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. 

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Το τραγικό τέλος του Ζαχαριάδη. Το φινάλε του ηγέτη του ΚΚΕ

Πολλά έχουν γραφτεί κατά καιρούς για τη ζωή και τη δράση του Νίκου Ζαχαριάδη, ενός προσώπου που άφησε το στίγμα του στην ελληνική αριστερά για πολλές δεκαετίες. Στο κείμενο που ακολουθεί, εμείς θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο τραγικό τέλος του ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ, που υπήρξε αναμφίβολα μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεότερης πολιτικής ιστορίας.


Σύντομο Βιογραφικό του Νίκου Ζαχαριάδη

Πρώτα απ’ όλα θα ήταν καλό να παραθέσουμε εν συντομία ένα βιογραφικό του ηγέτη του ΚΚΕ. Ο Νίκος Ζαχαριάδης γεννήθηκε στις 27-4-1903 στην Αδριανούπολη και ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Οι γονείς του προέρχονταν από μικροαστικά κοινωνικά στρώματα. Σαν μαθητής, πήγε στο Δημοτικό σχολείο της Νικομήδειας και ύστερα πήγε για ένα χρόνο στο Γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Στα τέλη 1918 – αρχές 1919 γνώρισε έναν Κύπριο, ο οποίος άρχισε να του μιλάει για τον κομμουνισμό, τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους της Ρωσίας. Παράλληλα, εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης και ήρθε σε επαφή με το Μάξιμο, το Σκλάβο και άλλους κομμουνιστές. Το 1922 και το 1923 πήγε με καράβι στη Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ) και έγινε μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Σοβιετικής Ένωσης. Στα μέσα του 1923 έφθασε στη Μόσχα και πήγε για σπουδές στην Ανώτατη Κομματική Σχολή της Μόσχας (KUTV). Σε αυτή τη σχολή έμεινε ως τον Απρίλιο του 1924. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και εντάχθηκε αμέσως στην Κομμουνιστική Νεολαία Αθήνας. Δραστηριοποιήθηκε έντονα μέσα στις γραμμές της ΟΚΝΕ (η οποία ήταν πρόγονος της μετέπειτα ΚΝΕ) και το 1926 συνελήφθη και φυλακίστηκε στο Γεντί Κουλέ. Έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) της ΟΚΝΕ. Στα τέλη του 1926 ο Ζαχαριάδης συνελήφθη από χωροφύλακες, κατηγορούμενος για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή – τροτσκιστή Γεωργοπαπαδάτου. Στα μέσα του 1927, με απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, στάλθηκε στη Θεσσαλία. Συνελήφθη πολλές φορές, φυλακίστηκε και δραπέτευσε. Στα τέλη του 1929, γνωρίστηκε με τη γυναίκα του, Μάνια Νοβάκαμα [Νοβάκοβα] του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας και το 1934 απέκτησαν έναν γιο, τον Κύρο.

Το 1931 με παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα εσωτερικά του ΚΚΕ, ο Ζαχαριάδης γίνεται Γενικός Γραμματέας (γ.γ.) του ΚΚΕ. Το 1936 συλλαμβάνεται από τη δικτατορία του Μεταξά και φυλακίζεται στην Κέρκυρα. Το 1941 η δικτατορία τον παραδίδει σιδηροδέσμιο στην Γκεστάπο και το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς μεταφέρεται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Στα τέλη Μαϊου του 1945, ο Ζαχαριάδης (μετά από αρκετό διάστημα εγκλεισμού στο Νταχάου) επιστρέφει στην Ελλάδα. Αναλαμβάνει και πάλι την ηγεσία του ΚΚΕ και τον Ιούνιο έρχεται σε ρήξη με τον Άρη Βελουχιώτη (ηγέτη του ΕΛΑΣ) και τον αποκηρύσσει δημόσια. Ακολουθούν τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, η ρήξη Ζαχαριάδη – Βαφειάδη, η ήττα του ΔΣΕ το 1949, οι φυλακίσεις και οι εξορίες πολλών αριστερών. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, ο Ζαχαριάδης βρίσκει καταφύγιο στο Βουκουρέστι.

Το 1956 πραγματοποιείται το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και η λεγόμενη αποσταλινοποίηση, με πρωτοβουλία του Χρουστσώφ. Το Μάρτιο του 1956 πραγματοποιήθηκε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Στην Ολομέλεια αυτή υπήρξε αντικαταστατική παρέμβαση του ΚΚΣΕ και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής Ευρώπης και αποφασίστηκε η καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από τη θέση του Γ.Γ. του ΚΚΕ και από μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ.  Η 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ το 1957, διέγραψε το Ζαχαριάδη από μέλος του ΚΚΕ και παράλληλα, καθαίρεσε από μέλη της Κ.Ε. του ΚΚΕ τους : Δημήτρη Βλαντά, Γιώργου Βοντίτσιου (Γούσια) και Βασίλη Μπαρτζιώτα.

Στη συνέχεια, ο Ζαχαριάδης γνώρισε σκληρή αντιμετώπιση από το ΚΚΣΕ. Το 1962 οι Σοβιετικοί τον εκτόπισαν στην πόλη Σουργκούτ της Σιβηρίας και εκεί έζησε απομονωμένος υπό δύσκολες συνθήκες για πολλά χρόνια, ως το 1973 όπου η ταλαιπωρία του έλαβε τέλος. Για όλα αυτά θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω.


Η καθαίρεση του Ζαχαριάδη από τη θέση του Γ.Γ. του ΚΚΕ (1956)

Στις 11-12 Μαρτίου 1956 συνέρχεται στη Ρουμανία η 6η Πλατιά Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του ΚΚΕ. Η 6η Ολομέλεια καθαίρεσε το Νίκο Ζαχαριάδη από Γενικό Γραμματέα της ΚΕ (Κεντρικής Επιτροπής) και τον απομάκρυνε από το Πολιτικό Γραφείο (Π.Γ.) του ΚΚΕ, ενώ επίσης καθαίρεσε τον στενό συνεργάτη και υποστηρικτή του Ζαχαριάδη, τον Βασίλη Μπαρτζιώτα, από τη θέση του Γραμματέα της ΚΕ και τον απομάκρυνε και αυτόν από το Πολιτικό Γραφείο . Επίσης, διάφορα στελέχη που είχαν διαγραφεί από το ΚΚΕ τα προηγούμενα χρόνια, αποκαταστάθηκαν ως μέλη του κόμματος (Μάρκος Βαφειάδης, Θ. Χατζής, Βατουσιανός, Θ. Μπράτσος). Η 6η Ολομέλεια πήρε τις παραπάνω αποφάσεις μετά από παρέμβαση που πραγματοποίησαν 6 κομμουνιστικά κόμματα χωρών όπου ζούσαν Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, από τα ΚΚ Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Ρουμανίας, Σοβιετικής Ένωσης και Τσεχοσλοβακίας.  Επιδίωξή τους, όπως εισηγήθηκε η Διεθνής Επιτροπή των 6 κομμουνιστικών κομμάτων στην 6η Ολομέλεια, ήταν να συμβάλουν στην επίλυση του οξύτατου προβλήματος μέσα στο ΚΚΕ. Είναι η πρώτη Ολομέλεια στην ιστορία του ΚΚΕ που δε συγκαλείται από το ίδιο το Κόμμα ή άλλο εκλεγμένο όργανο, (Πολιτικό Γραφείο, Κεντρική Επιτροπή), αλλά από άλλα κόμματα.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης αντιδρά, επιμένοντας ότι μόνο τα κομματικά όργανα είναι αρμόδια να αντιμετωπίσουν την κατάσταση στο ΚΚΕ. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο ίδιος ήταν απών από τη συγκεκριμένη Ολομέλεια.


Η 7η Ολομέλεια και η διαγραφή του Ζαχαριάδη από το ΚΚΕ (1957)

Στις 18-24 Φεβρουαρίου 1957, η 7η Πλατιά Ολομέλεια του ΚΚΕ καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη από την Κεντρική Επιτροπή (ΚΕ) του ΚΚΕ και τον διέγραψε από μέλος του ΚΚΕ «σαν αντικομματικό, φραξιονιστικό, αντιδιεθνιστικό, εχθρικό στοιχείο».  Διαφωνία για τη διαγραφή εξέφρασε μόνον ο Μιλτιάδης Πορφυρογέννης, υποστηρίζοντας ότι ο Ζαχαριάδης έπρεπε να παραμείνει μέλος του ΚΚΕ, ωσότου εξεταστεί η εναντίον του κατηγορία του πράκτορα, ενώ «σύσταση» να μη διαγραφεί έκανε και ο Όττο Κουούσινεν. Παράλληλα, η 7η Ολομέλεια αποφάσισε να αποκαταστήσει στην ΚΕ του ΚΚΕ τον (αρχηγό του ΔΣΕ) Μάρκο Βαφειάδη.



Το κατηγορητήριο εναντίον του Ζαχαριάδη

Η απομάκρυνση του Νίκου Ζαχαριάδη στοιχειοθετήθηκε πάνω σε ένα ευρύ
 φάσμα κατηγοριών – από προσωπολατρία και παραβίαση των αρχών της εσωκομματικής δημοκρατίας έως αντιδιεθνισμό, σοβινισμό και αντισοβιετισμό. Η σημαντικότερη, όμως, αφορούσε την πολιτική του στην περίοδο 1945-49. Σύμφωνα με τους κατηγόρους του, η πολιτική αυτή ήταν αριστερίστικη, σεχταριστική, τυχοδιωκτική, αντιφατική, ασυνεπής και νομοτελειακά οδήγησε στην ήττα (το 1949). Μάλιστα, η 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ αποφάσισε ότι, επειδή πολλές ενέργειες του πρώην Γενικού Γραμματέα
«ξεφεύγουν από το χαρακτήρα και τα πλαίσια των συνηθισμένων λαθών, […]
 στα συντριπτικά  ‘‘γιατί’’  της ήττας του ΔΣΕ, όπως και η προσπάθειά τους να το κομματικό συμφέρον  επιβάλλει να γίνει  συστηματική και λεπτομερειακή παραπέρα έρευνα από το Κόμμα πάνω σ’ ολόκληρη τη ζωή και τη δράση του Ζαχαριάδη.» .

Οι κατηγορίες του «πράκτορα των Βρετανών» διατυπώθηκαν για πρώτη φορά
 από τον Μάρκο Βαφειάδη το φθινόπωρο του 1948 με επιστολή του προς το ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης). Η επιστολή αυτή δεν έχει εντοπισθεί, αλλά εκτός του ίδιου του Βαφειάδη, την ύπαρξη και το περιεχόμενό της ανέφερε ο Μολότωφ στον Ζαχαριάδη στη συνάντηση που έγινε στη Μόσχα στις 14 Ιανουαρίου 1950 με πρωτοβουλία του Στάλιν, για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας. Ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών ζήτησε τη γνώμη του Ζαχαριάδη για την κατηγορία, αυτός απάντησε ότι ενδεχομένως βασιζόταν στο γεγονός ότι μετά την απελευθέρωσή του από το Νταχάου το 1945 επέστρεψε στην Ελλάδα με βρετανικό αεροπλάνο, διότι οι Σοβιετικοί δεν διέθεταν εκείνη τη στιγμή μέσο για τη μεταφορά του, αλλά τότε παρενέβη ο Στάλιν, λέγοντας: «Είναι ξεκάθαρο, κι αυτό το ζήτημα έχει τακτοποιηθεί. Λοιπόν, τελειώσαμε.» .

Εντούτοις, λίγο πριν την έναρξη της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ τον Οκτώβριο
 του 1950 ο ίδιος ο Βαφειάδης, δηλώνοντας ότι δεν είχε κρατήσει αντίγραφο της επιστολής εκείνης, ανέλυσε σε επιτροπή της ΚΕ μερικούς από τους λόγους που τον έκαναν να θεωρεί τον Ζαχαριάδη προβοκάτορα. Μεταξύ αυτών ανέφερε ότι «στη 2η Ολομέλεια [του Φεβρουαρίου 1946] ο Ζαχαριάδης προσπάθησε να παρασύρει το κόμμα σε ένοπλο πραξικόπημα», το οποίο αποσοβήθηκε επειδή ο ίδιος ο Βαφειάδης «μπήκε μπροστά στο Ζαχαριάδη»· ότι κατά τον Ζαχαριάδη, «ο Δημητρώφ ήταν ραδιούργος και η Κομμουνιστική Διεθνής ήταν κέντρο ραδιουργιών»· ότι ο Ζαχαριάδης του είπε πως όσοι πήγαν στη Σοβιετική Ένωση «διεφθάρησαν»· ότι δύο φορές στο βουνό ο ίδιος υπέφερε από κρύο ιδρώτα, εμετούς και ευκοιλιότητα, τα οποία απέδωσε σε δηλητηρίαση, υπονοώντας απόπειρα δολοφονίας εναντίον του· ότι κατά τη σύζυγο του Βαφειάδη, «ο Ζαχαριάδης φαίνεται ότι είναι έκφυλος, φαίνεται και ο Στάλιν θα είναι έκφυλος»· ότι ο Ζαχαριάδης είπε για τη βαριά άρρωστη Χρύσα Χατζηβασιλείου: «Εσύ θα πεθάνεις, εγώ θα σε σώσω;»· ότι, σύμφωνα με πληροφορίες από τη Μόσχα, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Έρνεστ «Μπέβιν μεθυσμένος είπε ότι στο ΓΑ [του ΔΣΕ οι Βρετανοί] έχουν άνθρωπό τους»· ότι η δολοφονία του Γιάννη Ζεύγου οργανώθηκε από τον Ζαχαριάδη, τον Τίτο και τον Ναπολέοντα Ζέρβα προκειμένου να προκαλέσει λαϊκή αγανάκτηση · ότι η κατάληψη του Καρπενησίου από τον ΔΣΕ τον Ιανουάριο του 1949 «έγινε σε συνεργασία με τον εχθρό, για να γίνει πιστευτό ότι το 1949 τελειώνουμε με τον εχθρό και να με φάνε εμένα [τον Μάρκο Βαφειάδη]»· και τέλος, ότι «ο ελιγμός του Βίτσι [το 1949] έγινε σε συνεργασία με τον εχθρό», και ότι «η μεγαλύτερη προβοκάτσια σε βάρος του ΔΣΕ είναι γιατί δόθηκε εκεί η μάχη». Τέσσερις δεκαετίες αργότερα ο Βαφειάδης επέμεινε στις απόψεις του, προσθέτοντας μεταξύ άλλων ότι ο Ζαχαριάδης ήταν στενός φίλος του Λαβρέντι Μπέρια, ο οποίος βεβαίως «μετά το θάνατο του Στάλιν, αποδείχτηκε ότι ήταν πράκτορας, αποκαλύφτηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε ».


Η περίοδος 1957 – 1967 και η Ρούλα Κουκούλου

Οι κατηγορίες του πράκτορα και του προβοκάτορα παρέμειναν σε εκκρεμότητα για δέκα ολόκληρα χρόνια, από το 1957 μέχρι το 1967, όταν η 11η Ολομέλεια του ΚΚΕ αποφάσισε ότι «από την εξέταση της υπόθεσης Ζαχαριάδη δεν βγαίνει ότι ο Ν. Ζαχαριάδης είναι πράκτορας του εχθρού». Οι Σοβιετικοί προσπαθούν να απομονώσουν τον πρώην ηγέτη του ΚΚΕ. Είναι φανερό ότι ο Ζαχαριάδης έχει πέσει σε δυσμένεια και ο ίδιος νιώθει κατασυκοφαντημένος. Θεωρεί ότι οι κατηγορίες εις βάρος του είναι άδικες και ότι το όνομά του και η υπόληψή του έχουν σπιλωθεί. Οι Σοβιετικοί τον στέλνουν σε ένα χωριό στα Ουράλια και τον κάνουν προϊστάμενο μιας δασικής υπηρεσίας.

Όταν καθαιρέθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης, η γυναίκα του, Ρούλα Κουκούλου (1916 - 1997), βρισκόταν φυλακισμένη στην Αθήνα. Της έφεραν στο κελί μια εφημερίδα που ανέφερε τη σχετική είδηση και εκείνη φάνηκε να αποδέχεται ότι ήταν ορθή η απόφαση της Ολομέλειας του ΚΚΕ. Σε μια συνέντευξή της, η Ρούλα Κουκούλου είπε : «Μετά την καθαίρεση, μετά την 6η Ολομέλεια δηλαδή, του έγραψα δύο φορές από τη φυλακή. Του έγραψα σαν φοιτήτρια σε φοιτητή : Να ακούς τους καθηγητές σου. Δεν πειράζει που δεν τα πήγες καλά στις εξετάσεις. Πάντα θα είμαι μαζί σου. » . Πρόσθεσε επίσης ότι δεν πήρε ποτέ απάντηση.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε ότι η κομμουνίστρια Ρούλα Κουκούλου συνδέθηκε με το  Ζαχαριάδη το 1948, δηλαδή την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Μετά την ήττα του ΔΣΕ βρήκε καταφύγιο στη Ρουμανία. Το 1955 ήρθε στην Ελλάδα παράνομα. Συνελήφθη και φυλακίστηκε στις Φυλακές Αβέρωφ και στο Γεντί Κουλέ. Αποφυλακίστηκε το 1966, μετά από 11 χρόνια στη φυλακή.


Η επίσκεψη του Ζαχαριάδη στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας (1962)
 Στις 10 Μαρτίου 1962 ο Ζαχαριάδης επισκέπτεται την ελληνική πρεσβεία της Μόσχας, όπου είχε δίωρη συνομιλία με τον διαπιστευμένο στη Μόσχα έλληνα πρεσβευτή Γ. Χριστόπουλο και προδιέγραφε το τέλος του ξεκινώντας ο ίδιος τη θύελλα που θα ακολουθούσε με τίμημα τη ζωή του. «Απρόοπτη» χαρακτήριζε εκείνη την επίσκεψη ο Χριστόπουλος και αναφέρθηκε με τρισέλιδο κρυπτογραφικό τηλεγράφημά του προς το ΥΠΕΞ της Ελλάδας.

Τόσο ο τότε ΥΠΕΞ
 (της Κυβέρνησης Καραμανλή) Αβέρωφ-Τοσίτσας, από το Παρίσι, όσο και ο υπουργός Δικαιοσύνης Παπακωνσταντίνου, προς τον οποίο διεβιβάσθη το πρωτότυπο της επιστολής Ζαχαριάδη, θα ζητήσουν από τον Έλληνα πρεσβευτή στη Μόσχα να επιστρέψει την επιστολή στον αποστολέα της «ως απαράδεκτον, αποφεύγοντες οιανδήποτε μετ΄ αυτού προσωπικήν επικοινωνίαν» (ΑΠ Α134-11, Αβέρωφ, 16 Απριλίου 1962). 

Με ημερομηνία 3 Ιουλίου 1962, αντί τηλεγραφήματος με την ένδειξη
 «Διά κ. Υπουργόν», ο Χριστόπουλος από τη Μόσχα ενημέρωνε: «Καίτοι παρήλθε μακρόν χρονικόν διάστημα Ζαχαριάδης δεν ενεφανίσθη διά να παραλάβη κριθείσαν ως απαράδεκτον επιστολήν τουούτε εζήτησεν επικοινωνήση εκ νέου μετά Β. Πρεσβείας» (ΑΠ 991), ενώ με απόρρητο έγγραφό του μία εβδομάδα αργότερα συμπλήρωνε ως εξής: «Σημειωτέον ότι ο ειρημένος (ενν. τον Ζαχαριάδη), ούτινος η διεύθυνσις, ο αριθμός και ο τόπος διαμονής τυγχάνουν άγνωστα στη Β. Πρεσβεία, είχε λάβει γνώσιν εκ τηλεφωνικής μετ΄ αυτής επικοινωνίας κατά τας αρχάς Απριλίου περί του απαραδέκτου και επιστρεπτέου της επιστολής του, ην και θα ήρχετο, καθ΄ α είχε δηλώσει, να παραλάβη εκ της Πρεσβείας» .

Η ενέργεια του Ζαχαριάδη εκνευρίζει τους Σοβιετικούς, οι οποίοι τον εκτοπίζουν στο παγωμένο Σουργκούτ της Σιβηρίας (Μάιος 1962).

Τον Οκτώβριο του 1962 κατόρθωσε (με αρκετή δυσκολία) να τον επισκεφτεί στο Σουργκούτ ο (ζαχαριαδικός) Αχιλλέας Παπαϊωάννου και αργότερα λίγοι φίλοι του. Ο γιος του πρώην ηγέτη του ΚΚΕ, Σήφης Ζαχαριάδης, είχε στείλει επιστολές προς το Κρεμλίνο ζητώντας μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση για τον πατέρα του, αλλά το Κρεμλίνο δεν ικανοποίησε κανένα από τα αιτήματά του. Στον τόπο της εξορίας του, οι γείτονες δεν ήξεραν ποιος πραγματικά ήταν ο Έλληνας πολιτικός εξόριστος. Η σοβιετική του ταυτότητα ανέφερε ως όνομά του το «Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικολάγιεφ».

  
Η επιστολή Ζαχαριάδη προς την κυβέρνηση Παπανδρέου (1964)

Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1964, ο Ζαχαριάδης έστειλε μέσω της ελληνικής πρεσβείας μια επιστολή προς την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, ζητώντας να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Ελλάδα για να δικαστεί. Κι αυτή τη φορά όμως, μόνη απάντηση ήταν η σιωπή.


Η απεργία πείνας

Την Πρωτομαγιά του 1966 ο Ζαχαριάδης ξεκίνησε απεργία πείνας που κράτησε 18 μέρες, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να διαμαρτυρηθεί για τον εκτοπισμό του από το σοβιετικό καθεστώς και την απομόνωσή του.



Το γράμμα του Ζαχαριάδη το Μάιο του 1967

Το Μάιο του 1967, ο Ζαχαριάδης στέλνει ένα γράμμα στους πολιτικούς πρόσφυγες της Τασκένδης, πολλοί από τους οποίους διαγράφτηκαν από το ΚΚΕ, λόγω των φιλοζαχαριαδικών πεποιθήσεών τους.

Το γράμμα αυτό, με ημερομηνία 23-5-1967, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής : « Η διορισμένη στο 1956 κλίκα στην ηγεσία του ΚΚΕ υπόστειλε την κουκουέδικη σημαία στην Ελλάδα, έριξε το κόμμα σε βαθιά κρίση, συκοφάντησε, λέρωσε και βρώμισε την επαναστατική παράδοση στον τόπο μας, κατασπίλωσε το μαρξισμό-λενινισμό και νομοτελειακά οδήγησε στην ήττα στις 21 του Απρίλη 1967. Χωρίς την επέμβαση του 1956, η εξέλιξη της κατάστασης στην Ελλάδα θάταν ασφαλώς διαφορετική. Έξοδος απ’ την κρίση του ΚΚΕ, έξοδος κουκουέδικη υπάρχει μονάχα μια : δημοκρατικό ξεκαθάρισμα της αντικουκουέδικης κληρονομιάς του 1956, παραμέρισμα της διορισμένης κλίκας, αναστήλωση των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών και της κουκουέδικης κομματικότητας και πολιτικής στο ΚΚΕ. Η παλιγγενεσία αυτή θα πραγματοποιηθεί απ’ τα κάτω και απ’ τα πάνω μέσα στη φωτιά και τις καινούργιες δοκιμασίες που περνά ο λαός μας και το κόμμα μας κάτω απ’ το σιδερένιο τακούνι της σακαράκικης χούντας).

5) Ή πατρίδα μας περνά ξανά δυσκολίες. Η πιο βαμμένη αντίδραση με την επέμβαση των αμερικάνων ιμπεριαλιστών προώθησε στο προσκήνιο τους σακαράκες συνταγματάρχες και στρατηγούς και επέβαλε στρατιωτική διχτατορία. Σήμερα το καθήκον κάθε κουκουέ όπως και κάθε έλληνα πατριώτη είναι ένα και παλλαϊκό: Αντιδιχτατορική ενότητα και δράση απ’ τα κάτω και απ’ τα πάνω στο λαό, στο στρατό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό με κοινή πολιτική γραμμή: 1) Ανατροπή στρατιωτικής διχτατορίας. 2) Αποκατάσταση Συντάγματος. 3) Υπηρεσιακή. 4) Εκλογές με αναλογική.

Η αντιδιχτατορική ενότητα., το Πανελλήνιο Αντιδιχτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) ενώνει όλους τους Έλληνες, δεν αποκλείει κανέναν, οργανώνεται παντού όπου ζουν και δουλεύουν Έλληνες και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα πάλης απ’ τα συνθήματα στους τοίχους, τον τηλεβόα, τις προκηρύξεις, ώς τη μαζική πολιτική απεργία και στη βία τη σακαράκικη απαντά με τη βία. Με καθαρή γραμμή, γερή οργάνωση και θαρραλέα αντιδιχτατορική καθοδήγηση ο λαός θα νικήσει. Ύψιστο καθήκον των κουκουέδων είναι να βρίσκονται στις πρώτες γραμμές της πάλης και της θυσίας στο πανεθνικό αυτό ξεκίνημα. […] » .


Η φιλία του με τον Αλέξη Πάρνη

Στα δύσκολα χρόνια της εξορίας, ο συγγραφέας Αλέξης Πάρνης στάθηκε πιστός φίλος του Ζαχαριάδη και αργότερα δημοσίευσε αρκετές πληροφορίες για την τελευταία περίοδο του κομμουνιστή ηγέτη.

Απόσπασμα από το τελευταίο γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, προς την ηγεσία του ΚΚΕ :
«Στη ζωή μου, έκανα πολλά λάθη και στραβά. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω. Όμως με κατηγόρησαν ότι πρόδωσα το ΚΚΕ και τον αγώνα και με διέγραψαν απ’ το κόμμα. Κανένας δεν βρέθηκε ανοικτά, αντρίκια να πει ότι αυτό είναι ψέμα. Παράπονο δεν έχω γιατί έμαθα το φορτίο να το κουβαλάω μόνος μου. Το ΚΚΕ ήταν και παραμένει το κόμμα μου και κανένας δεν μπορεί να το χτυπήσει και να το λερώσει χρησιμοποιώντας το όνομα μου… Το γράμμα αυτό το γράφω για να βουλώσω το στόμα σ” όλους αυτούς που θα βάλουν τώρα τις φωνές. Με το ΚΚΕ δεν είχα ούτε έχω ανοιχτούς λογαριασμούς. Ούτε μπορούσα ποτέ νάχω».

Στο γράμμα προς τα παιδιά του με ημερομηνία 26/6/1973, υπήρχε μία προσθήκη για το ενδεχόμενο που αυτό θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας. «Για το λαό της Ελλάδας και τους κουκουέδες αν λάχει να διαβάσουν τις γραμμές αυτές, προσθέτω τούτα: τίποτε, απόλυτα τίποτε δεν κλόνισε, ούτε μπορούσε να κλονίσει την πίστη μου στον κομμουνισμό, το μαρξισμό- λενινισμό, το κουκουέδικο ΚΚΕ το ανεξάρτητο, λέφτερο και σοσιαλιστικό μέλλον του λαού και της πατρίδας μου, όπως δεν την κλόνισαν και τα 12 χρόνια που πέρασα στα μπουντρούμια της πλουτοκρατικής και μοναρχοφασιστικής αντίδρασης και στις φυλακές και στα στρατόπεδα της χιτλερικής Γερμανίας.»

Στο σημείο αυτό, θα ήταν καλό να πούμε λίγα λόγια για τον Αλέξη Πάρνη που υπήρξε στενός φίλος του ηγέτη του ΚΚΕ. Ο Αλέξης Πάρνης ήταν ποιητής, δραματουργός, πεζογράφος, μεταφραστής και αντιστασιακός. Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 24/5/1924). Στα μαθητικά του χρόνια εντάχτηκε στην ΕΠΟΝ (δηλαδή στην νεολαιίστικη οργάνωση του ΕΑΜ). Ως ανταρτοΕΠΟΝίτης πολέμησε με τα τμήματα του ΕΛΑΣ Περιστερίου. Συμμετείχε στην αντίσταση ενάντια στους Άγγλους εισβολείς στα Δεκεμβριανά του 1944 και τραυματίστηκε από έκρηξη βόμβας. Ο τραυματισμός θα κόστιζε και τη ζωή του, αν δε μεταφερόταν στην Αλβανία, όπου θεραπεύτηκε. Στον Εμφύλιο εντάσσεται στο ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Μετά την ήττα και υποχώρηση του ΔΣΕ στις Λαϊκές Δημοκρατίες, ο Αλέξης Πάρνης έζησε στην Τασκένδη και μετά στη Μόσχα, όπου σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο «Μαξίμ Γκόρκι». Έγινε φίλος με το Ζαχαριάδη, αν και ήταν 21 χρόνια μικρότερός του.



Το τελευταίο γράμμα του Ζαχαριάδη προς το ΚΚΣΕ (26-6-1973)
Ο θάνατος του Ζαχαριάδη φαίνεται ότι ήταν προμελετημένος. Άλλωστε τον είχε προαναγγείλει ως την φυσική κατάληξη του αγώνα του να σπάσει την βαριά εξορία που του έχει επιβάλλει το σοβιετικό καθεστώς.
Συγκεκριμένα, στις 26 Ιουνίου του 1973 ο Ζαχαριάδης έστειλε προς την ΚΕ του ΚΚΣΕ το παρακάτω γράμμα.
«Προς την ΚΕ του ΚΚΣΕ
Γράφω για τελευταία φορά. Έχω απόλυτα ήσυχη συνείδηση ότι σ’ όλη μου τη ζωή δεν έκανα τίποτε ενάντια στο λαό μου και το κόμμα μου, το ΚΚΕ, ενάντια στην ΕΣΣΔ και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Το μοναδικό μου «έγκλημα» είναι ότι απέκρουσα ολοκληρωτικά την πολιτική που χαντάκωσε το ΚΚΕ. Όσο κι αν προσπάθησαν δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια τα όργανα της ασφάλειας της Σοβ. Ένωσης και οι διορισμένοι στο ΚΚΕ δεν απόδειξαν απόλυτα τίποτε και αναγκάστηκαν να γλύψουν αυτού όπου φτύναν. Δεν τόλμησαν να στηρίξουν ενάντιά μου καμιά κατηγορία και να με δικάσουν αν και αυτό το (δυσανάγνωστη λέξη) όλα αυτά τα χρόνια. Όμως τα επαίσχυντα παράνομα και αφθαίρετα μέτρα ενάντιά μου συνεχίζονταν όλα τα χρόνια αυτά (απαυτά ένδεκα στο Σουργκούτ της Σιβηρίας). Απτό 1966 και δω έκανα αλλεπάλληλες απεργίες πείνας που συνολικά κράτησαν πάνω από δυο χρόνια. Όλες οι υποσχέσεις που μου δίνονταν στη διάρκεια των απεργιών αυτών απτούς διορισμένους και εκπροσώπους της ΚΕ του ΚΚΣΕ, που έρχονταν εδώ στο Σουργκούτ και Τιουμέν (Ζωγράφος, Δημητρίου, Υφαντής, Ζάχος, Σεμενκώφ, Ταπόρικωφ κ.ά.) αποδείχνονταν κάθε φορά κάλπικες, ψεύτικες, ανήθικες. 
Σήμερα, ύστερα απόλα αυτά, δηλώνω ότι αν δεν αρθούν ΟΛΑ τα μέτρα περιορισμού, εξορίας, στέρησης ελευθερίας μετακίνησης και αναχώρησης απτή Σοβ. Ένωση κτλ. κτλ. που εφαρμόζονται ενάντιά μου, τότε την 1η Αυγούστου 1973, σαν έκφραση έσχατης ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, θ’ αυτοκτονήσω. Αν υπάρξει απάντησή σας να μου μεταβιβαστεί μονάχα με το γιο μου Σηφάκο (Αλέξη).
Σουργκούτ, 26.6.1973.                                                        Ν.  Ζαχαριάδης»


Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από παλιότερα υπομνήματά του προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ, ο Ν. Ζαχαριάδης απαιτούσε βασικά τρία πράγματα: α) Να σταματήσει η εξορία του β) Να του δοθεί καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα και ελεύθερη μετακίνηση στην ΕΣΣΔ γ) Να του δοθεί διαβατήριο για να μπορεί να ταξιδέψει εκτός Σοβιετικής Ένωσης όποτε το επιθυμούσε.
Για την πρόθεση του Ζαχαριάδη να αυτοκτονήσει η ηγεσία του ΚΚΣΕ ενημέρωσε την ηγεσία του ΚΚΕ στις αρχές του τρίτου δεκαήμερου του Ιουλίου 1973, δηλαδή περίπου ένα μήνα μετά τη λήψη του γράμματος με την εκδήλωση της πρόθεσης αυτοκτονίας. Όπως φαίνεται από ένα σύντομο πρακτικό που δημοσίευσε ο Γρ. Φαράκος («Μαρτυρίες και Στοχασμοί», εκδόσεις Προσκήνιο 1993, σελ. 358) το Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ, στις 24 Ιουλίου του 1973, αποφάσισε «ο σ. Κ. Λουλές να πάει στη ΣΕ και να συζητήσει το ζήτημα που προέκυψε με το Ζαχαριάδη».
Η αλήθεια είναι πως ο Κώστας Λουλές βρέθηκε πολύ γρήγορα στη Σοβιετική Ένωση. Δύο μέρες μετά την παραπάνω απόφαση του Π.Γ. βρισκόταν ήδη στο Σουργκούτ και συνομιλούσε με τον Ζαχαριάδη.



Η Όλγα Ζαχαριάδη βλέπει για πρώτη φορά τον πατέρα της (1971)

Τον Αύγουστο του 1971, η 24χρονη Όλγα Ντουρίσοβα Ζαχαριάδη είχε την ευκαιρία να συναντήσει για πρώτη φορά τον πατέρα της, Νίκο Ζαχαριάδη, στην εξορία. Η Όλγα ήταν η Τσεχοσλοβάκα κόρη του Ζαχαριάδη και της Μαρίας Νοβάκοβα. Από τη συνάντηση εκείνη, έχει διασωθεί μια φωτογραφία που δείχνει πατέρα και κόρη να κάθονται σε ένα παγκάκι.

Ας παραθέσουμε όμως λίγα λόγια της ίδιας της Όλγας : « Γεννήθηκα το 1947 στην Πράγα, Τσεχοσλοβακία. Ζούσα με τη μάνα μου, τη Μαρία (Μαρή) Νοβάκοβα […]. Τον πατέρα μου τον γνώρισα και τον πρωτοείδα τον Αύγουστο το 1971, είχα γίνει 24 χρονών και τρεις μήνες... όταν πήγα στο Σουργκούτ, Ρωσία και εκείνες οι δύο βδομάδες ήταν οι πιο ευτυχισμένες στη ζωή μου. Εγώ ήθελα να έχω πατέρα και δε με ενδιαφέρει εάν ο πατέρας μου ήταν πολιτική προσωπικότητα. Πάντα ήμουνα πολύ δυστυχισμένη όταν πηγαίναμε σε γνωστούς για επίσκεψη, κι όλοι είχαν τον πατέρα τους. Μόνο εγώ δεν είχα τον πατέρα μου κοντά μου, δίπλα μου... Ήμουν πολύ δυστυχισμένη που ο πατέρας μου ποτέ δεν μου έγραφε, σε μένα προσωπικά, στην Όλγα. Και γι' αυτό ήμουνα πολύ ευτυχισμένη όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά. Εγώ τον βρήκα τον πατέρα μου, δεν ξέρω εάν ο ίδιος ήθελε να με βρει. Όμως εγώ επέμενα και τον βρήκα. Όταν επιτέλους βρεθήκαμε, νομίζω και αυτός ήταν ευτυχισμένος που με βρήκε. Τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω, πήγα στο νοσοκομείο, όπου τον είχανε μετά την απεργία πείνας που είχε κάνει. Έκλαιγε πάρα πολύ... ήταν συγκινημένος. Πέρασα δύο βδομάδες μαζί του και αυτό ήταν όλο κι όλο... Μετά από δύο χρόνια, την 1 Αυγούστου 1973 πέθανε...

Όταν πέθανε ο πατέρας μου, κανένας δεν ήρθε να ενημερώσει τη μάνα μου, τη σύζυγο του, τη Μαρία Νοβάκοβα. Μας το είπε μια αξαδέρφη μου που δούλευε στην εφημερίδα "Μλάντα Φρόντα" (σήμερα λέγεται Μλάντα Φρόντα Ντνες). Μάθανε από τη ειδησεογραφία που μαζεύανε, ότι στη Ρωσία πέθανε ο Νίκος Ζαχαριάδης. Η μάνα μου πήγε αμέσως στη Σοβιετική Πρεσβεία να ρωτήσει, να μάθει. Της είπανε ότι δεν ξέρουν τίποτα για κανέναν Νίκο Ζαχαριάδη. Τότε, πού τη ρωτήσανε για το επώνυμο του, τους είπε ότι ήταν ο Νικολάϊ Νικολάγεβιτς Νικολάγεφ. Στη ληξιαρχικοί πράξη για το θάνατο του πατέρα μου, την οποία την έχουμε εμείς, γράφει - "Νικολάι Νικολάγεβιτς Νικολάγεβ - Νίκος Ζαχαριάδης". Η μάνα μου επέμενε να προσθέσουν το αληθινό του όνομα, το δικό του το όνομα. Η μάνα μου, η σύζυγος του Νίκου Ζαχαριάδη, ήταν μια πολύ μαχητική γυναίκα και πάντα τα κατάφερνε. Έχω δύο αδέρφια - τον Πάσα (Κίρο) και τον Αλιόσα (Ιωσήφ). Ο Πάσα ζούσε στη Ρωσία και ο Ιωσήφ στην Ελλάδα. Δεν το μάθατε ότι ο Πάσα πέθανε πέρυσι, το 2006. Μου το είπε ο Ιωσήφ από το τηλέφωνο. Παρόλα που έχω τα τηλέφωνα του και την ηλεκτρονική του διεύθυνση, ακόμα δε μου απάντησε στα μηνύματα που του έχω στείλει. Ο Πάσα (Κίρος) έκανε εγ­χείρηση στην καρδιά, πήρε από μόνος του την απόφαση να βγει από το νοσοκομείο μετά από τρεις μέρες, υπό­γραψε το χαρτί, πήγε στο σπίτι του, και έτσι τον βρήκανε νεκρό στο σπίτι του. Ο αδελφός μου Κίρος (Πάσα) δεν ήθελε να έχω καμία επαφή με τον Ιωσήφ και ακόμα κα­νένας δεν ξέρει την αιτία. Ο Αλιόσα (Ιωσήφ) μου είπε ότι και ο ίδιος το ξέρει, ότι ο Πάσα δεν ήθελε ποτέ να έχω επαφή μαζί του...

Πήγα μόνο μια φορά στην Ελλάδα με τα δύο μου παιδιά. Έχω δύο παι­διά, την Καρολίνα 25 χρονών, που μοιά­ζει τη γιαγιά της, ξανθιά, με γαλανά μάτια, έξυπνη και το Μάρκο, 22 χρονών, που είναι ίδιος, "φτυστός" του παππού του, του πατέρα μου. Και τα δύο παιδιά μου γνωρίζουν τα πάντα για τον παπ­πού τους, για τον Νίκο Ζαχαριάδη. Με φιλοξένησε ο αδερφός μου ο Ιωσήφ. Τότε επισκεφτήκαμε με τα παιδιά μου και τη Ρούλα (Κουκούλου). Ο Πάσα μου είχε πει να μην πάω να τη δω, διότι δε θα αισθανόμουνα καλά μαζί της... Όμως εγώ πήγα, διότι η Ρούλα είναι η μάνα του Ιωσήφ, του Αλίοσα, ο οποίος είναι αδερφός μου, έχουμε τον ίδιο πατέρα. Είναι αλήθεια, ότι η Ρούλα μας φέρθηκε πολύ καλά, φιλόξενα, φι­λικά. Αλλά αυτό που είπε για τον πα­τέρα μου, δε μου άρεσε, με πλήγωσε... Μου είπε, ότι ο πατέρας μου είχε τρελαθεί και έλεγε ψέματα και αυτά που μου είπε ο πατέρας μου όταν βρε­θήκαμε στο Σουργούτ, ήταν όλα ψέματα, δεν ήταν αλήθεια. Με τον πατέρα μου ποτέ δε μιλήσαμε για πολιτικά. Μιλή­σαμε μόνο για τις δικές μας προσωπικές σχέσεις και ήταν καλό που είχαμε κοινή γλώσσα τα ρωσικά, αφού εγώ σαν Τσέχα δεν μιλούσα ελληνικά, και ο πατέ­ρας μου Έλληνας, μιλούσε ελληνικά, αλλά και οι δύο μας μιλούσαμε ρωσικά. Όταν βρεθήκαμε με τον πά­τερα μου για πρώτη και τελευταία φορά, όλο κι όλο δύο βδομάδες ήμασταν μαζί, είναι πολύ δύσκολο, στα είκοσι τέσσερα σου, μεγάλη πια, να δεις τον πατέρα σου για πρώτη φορά και να του πεις - πα­τέρα, εγώ σ' αγαπώ. Ναι, ο καθένας το καταλαβαίνει αυτό. Κι όταν ο πατέρας μου, μου είπε ότι μ' αγαπά, ναι, το είδα στα μάτια του, είδα πόσο ευτυχισμένος ήταν, τα δάκρυα του, τον είδα να κλαίει... και γι' αυτό δε θέλω να πιστέψω και δεν το πιστεύω, ότι είχε "τρελαθεί και δεν έλεγε την αλήθεια". Και η Ρούλα ήταν στα καλά της όταν μου τα είπε αυτά. Εγώ αισθάνθηκα άβολα, σα να μην της άρεσε, ότι κι εγώ παρουσιά­στηκα ξαφνικά και πήγα να δω τον πατέρα μου. Αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη. Ναι, όταν και η ίδια με είδε και όταν είδε πόσο μοιάζω τον πατέρα μου, προσπάθησε να με πείσει ότι εγώ δεν ήμουνα η κόρη του πατέρα μου, ότι εγώ δεν ήμουνα δική του κόρη...Όμως εγώ είμαι η κόρη του πατέρα μου, η κόρη του Νίκου Ζαχαριάδη. Μα ο πατέρας μου ποτέ δεν αρνήθηκε ότι είχε μια κόρη. Και να σου πω, εγώ ποτέ δε μπήκα μεταξύ τους - της Ρούλας και του πατέρα μου. […]

Η μάνα μου πάντα έλεγε για τον πατέρα μου: "Εάν κάποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει ενάντια του πατέρα σου, αυτή είμαι μόνο εγώ, μόνο εγώ έχω αυτό το δικαίωμα, διότι εγώ είμαι η σύζυγός του. Κι εσείς πότε μην επιτρέψτε, σε κανέναν να μιλήσει ενάντια του πατέρα σας, του Νίκου Ζαχαριάδη. Η μάνα μου έλεγε ότι ο πατέρας μου έλεγε στον κόσμο, ότι μόνο έναν άνθρωπο σεβάστηκε πολύ - και αυτός ο άνθρωπος ήταν η μάνα μου. Ένα πράγμα μπορώ να πω για την μάνα μου - σε όλη της τη ζωή τον αγαπούσε και τον σεβότανε. Πάντα ένιωθε τον εαυτό της ότι είναι η μόνη σύζυγος του Ζαχαριάδη και πάντα αγωνιζότανε γι' αυτόν. Πότε δεν είπε τίποτα ενάντια του πατέρα μου, του Νίκου Ζαχαριάδη.

Ήταν μια μεγάλη αγάπη και όλοι το λεν αυτό. Όλοι λεν ότι η μάνα μου τον αγαπούσε πάρα πολύ. Η μάνα μου μπήκε στο ΚΚ Τσεχοσλοβακίας το 1926 και το 1929 ήταν μέλος της Κομιντέρν. Τότε ήταν οι μεγάλοι σύντροφοι εκεί. Εκεί συνάντησε τον πατέρα μου, ο οποίος αντιπροσώπευε το ΚΚΕ. Ήθελε να πάει στο Σουργκούτ, στη Ρωσία. Δεν της το επέτρεψαν ποτέ οι Ρώσοι... […] Οι Ρώσοι ποτέ δε δώσανε βίζα στην μάνα μου να πάει να τον επισκεφτεί, να πάει να δει τον πατέρα μου, το σύζυγο της. Όλα αυτά τα είπα στη Ρούλα και μπορεί και γι' αυτό να μην της άρεσε. Ακόμα και η εγγονή της Ρούλας είπε στον πα­τέρα της ότι η Ρούλα ποτέ δεν ήταν η σύζυγος του Ζαχαριάδη, διότι δεν μπορούσε να γίνει, αφού δεν πήρε ποτέ διαζύγιο από την μάνα μου, κι έτσι του είπε του Ιωσήφ ότι γεννήθηκε "έξω από γάμο", δηλαδή ήταν εξώγαμο παιδί, αφού η γιαγιά Ρούλα δεν ήταν ποτέ παντρεμένη. Τώρα και η Ρούλα πέθανε, και δε θέλω να πω τίποτα εναντίον της, εναντίον κανενός. Εμένα μου φτάνει, ότι ο πατέρας μου, μου είπε ότι μ' αγαπάει. » .



Το τραγικό τέλος του ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ (1973)

Ο επίλογος της πολυετούς πορείας του Ζαχαριάδη θα γραφτεί το 1973. Το τέλος θα είναι τραγικό. Την 1η Αυγούστου 1973 οι Σοβιετικοί βρίσκουν το πτώμα του πρώην ηγέτη του ΚΚΕ, κρεμασμένο με ένα καραβόσκοινο, στο σπίτι του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας. Αυτό για το οποίο είχε προειδοποιήσει με γράμμα του προς το ΚΚΣΕ τον Ιούνιο του 1973, το έκανε τελικά πράξη.

Πως αντέδρασε το ΚΚΕ και οι διάφοροι πολιτικοί πρόσφυγες
Στις 7 Αυγούστου 1973, το ΚΚΕ με καθυστέρηση σχεδόν μιας εβδομάδας, ανακοίνωσε ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης πέθανε από καρδιακή προσβολή. Πέρα από την αδικαιολόγητη καθυστέρηση μιας τόσο σοβαρής είδησης, το ΚΚΕ (που είχε για ηγέτη του το Χαρίλαο Φλωράκη) χρησιμοποίησε ένα ψέμα που θα δημιουργούσε αργότερα πολλά ερωτηματικά. Πολλοί οπαδοί του Ζαχαριάδη και κυρίως πολιτικοί πρόσφυγες, δεν πίστεψαν την «καρδιακή προσβολή» ούτε και την «αυτοκτονία», αλλά υποστήριξαν ότι ο Ζαχαριάδης δολοφονήθηκε από τους Σοβιετικούς.
Η 1η Αυγούστου 1973 ήταν η μέρα που έπεσε η αυλαία στην πολυτάραχη ζωή μιας σημαντικής ηγετικής φυσιογνωμίας του ΚΚΕ. Η αντίστροφη μέτρηση για το Ζαχαριάδη είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν. Το 1953, έτος θανάτου του Στάλιν, ήταν καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις. Ακολούθησαν τα θλιβερά γεγονότα της Τασκένδης το 1955 (βίαιες συγκρούσεις μεταξύ ζαχαριαδικών και αντιζαχαριαδικών) και το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ που έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο της αποσταλινοποίησης. 
Το 1973 ήταν η μοιραία χρονιά. Ο Ζαχαριάδης έδωσε στο γιο του Σήφη δύο γράμματα. Ένα για τη σύζυγό του Ρούλα Κουκούλου και ένα για την ηγεσία του ΚΚΕ. Ρητή εντολή ήταν το γράμμα προς τη Ρούλα Κουκούλου να παραδοθεί μετά την 1η Αυγούστου 1973. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών δεν έχει γίνει γνωστό μέχρι σήμερα.
Τον Ιούλιο του 1973 το ΚΚΕ αποφάσισε να στείλει κάποιον να πάει να δει τον εξόριστο Ζαχαριάδη στο Σουργκούτ. Αποφασίστηκε να πάει ο Κώστας Λουλές, με εντολή να προτείνει στο Ζαχαριάδη να συνεργαστεί με τη νέα κομματική ηγεσία (Φλωράκης) και να μεταφερθεί στη Βουδαπέστη, όπου βρισκόταν η έδρα του ΚΚΕ. Ο Ζαχαριάδης διαφώνησε με τον Λουλέ σε πολλά ζητήματα. Δεν επήλθε συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών. Την 1η Αυγούστου 1973, ο αστυφύλακας της βάρδιας – φρουράς Κορμίλτσεφ ειδοποίησε τον επικεφαλής του τοπικού κολαμκίου της Κα Γκε Μπε (KGB) Σόσενκο, ότι στο δωμάτιο του Ζαχαριάδη το φως είναι ακόμη αναμμένο και ότι «κάτι δεν πάει καλά». Όταν μπήκαν μέσα στο σπίτι, οι Σοβιετικοί τον βρήκαν με μια θηλιά σφιγμένη στο λαιμό. Πολύ αργότερα, ο τοπικός τύπος έκανε λόγο για αυτοκτονία.

Ο άκρως απόρρητος φάκελος Ζαχαριάδη
Η διευθύντρια των ρωσικών κρατικών αρχείων  Ν. Τομιλίνα, ανέφερε ότι ο φάκελος του θανάτου του εξόριστου Ζαχαριάδη παραμένει ακόμα και σήμερα στα κρατικά αρχεία ως «άκρως απόρρητος» και αποκάλυψε ότι «οι Ρώσοι δεν έχουν δημοσιοποιήσει όλα όσα αφορούν το Ζαχαριάδη και κυρίως τα ντοκουμέντα για τις συνθήκες του θανάτου του» .

Η μεταφορά της σορού στην Αθήνα (1991) και το τελευταίο αντίο
Το 1973 οι Σοβιετικοί τον έθαψαν με το όνομα «Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικολάγιεφ». Το Δεκέμβριο του 1991 η σορός του πρώην γενικού γραμματέα του ΚΚΕ μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Στις 29 Δεκεμβρίου 1991 έγινε η δεύτερη κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο. Η ταφή πραγματοποιήθηκε παρουσία της οικογένειάς του, της ηγεσίας του ΚΚΕ και χιλιάδων οπαδών του που θέλησαν να τον αποχαιρετίσουν για τελευταία φορά.
Παρόντες στην κηδεία ήταν διάφορα μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ, η σταλινική – ζαχαριαδική οργάνωση ΣΑΚΕ, το ΕΚΚΕ, η ΟΑΚΚΕ, διάφορα μέλη της ΟΚΜΛΕ (όπως ο Γιάννης Καραστάθης κ.α.), το ΕΑΜ και άλλοι.. Ο Πέτρος Γιώτης (της ΣΑΚΕ) εκφώνησε επικήδειο λόγο.